“Ο δικός μας Τζιμάκος, της Κεντροδεξιάς…”

“Ο δικός μας Τζιμάκος, της Κεντροδεξιάς…”

Γράφει ο Βαγγέλης Μωυσής

Πριν αρχίσουν να βρίζουν οι φίλοι Αριστεροί και Αναρχοαυτόνομοι για “σφετερισμό” του ινδάλματός τους, ας διαβάσουν. Διότι, δεν πρέπει να έχει κανείς αμφιβολία, ότι η απώλεια του Τζίμη Πανούση γεμίζει με απόλυτα ειλικρινή θλίψη, τους υγιείς κεντροδεξιούς, όπως κάθε υγιώς σκεπτόμενο και πολιτικοποιημένο Έλληνα… Ίσως μάλιστα περισσότερο σε αρκετές περιπτώσεις.

Ο Τζίμης Πανούσης, εκπροσωπούσε την -κατά τη γνώμη μου- ελάχιστη, ειλικρινή και πραγματικά ιδεολόγο Αριστερά της Ελλάδας. Από τη σάτιρά  του ως τις “σοβαρές” τοποθετήσεις του και από τις συνειδητές επιλογές του, ως τις πιο ακραίες εκδηλώσεις του, ο Τζιμάκος εξέπεμπε αυτή την άδολη ειλικρίνεια του πραγματικού ιδεολόγου, που χαιρόσουν να έχεις απέναντί σου.

Ήταν κατά κάποιον τρόπο η συνείδησή μας. Αναδείκνυε τα στραβά της Ελλάδας, που όλοι εμείς, η μεγάλη πλειοψηφία της Αστικής Δημοκρατίας και ακόμα περισσότερο οι πολιτικές ηγεσίες μας, τα παραβλέπαμε. Ίσως επειδή ενοχλούσαν πολύ για να ασχοληθεί κάποιος μαζί τους. Και χαιρόμασταν την εξίσου άδολη ειλικρίνεια με την οποία ασκούσε κριτική ακόμα και στην Αριστερά. Αυτό μάλιστα, ήταν που μας έκανε να εισπράττουμε με ακόμα μεγαλύτερη δεκτικότητα την κριτική που ασκούσε στην από δω πλευρά.

Ακόμα και ως “αναρχοαριστερός” ο Τζιμάκος, ουδεμία σχέση είχε με τους δήθεν “αναρχικούς” που  θεωρούν πολιτική έκφραση να καταστρέφουν περιουσίες του κοσμάκη, ή τους φόνους και τη βία απέναντι σε κάθε ιδεολογικό αντίπαλο “πολιτική πράξη”.

Ο Τζιμάκος, αντίθετα, εκπροσωπούσε αυτό το αντίπαλο δέος, που -παραφράζοντας τον Βολταίρο- αν δεν υπήρχε, η κεντροδεξιά θα έπρεπε να το εφεύρει.

Ένα αντίπαλο δέος, τόσο ειλικρινές, που δυστυχώς, αποτελούσε μειονότητα στην Αριστερά που έφτασε να κυβερνήσει. Ίσως γι` αυτό, ο Τζιμάκος είχε -και θα έχει πάντα- τόσο μεγάλη αποδοχή από την Κεντροδεξιά και την πατριωτική Δεξιά.

Έτσι για παράδειγμα, ποιος Έλληνας που αυτοπροσδιορίζεται στην πατριωτική Δεξιά, αλήθεια, δεν απολάμβανε τον αριστερό Τζιμάκο που έβγαινε και σατίριζε τους ομοϊδεάτες του, όταν κατηγορούσαν τα ΟΥΚ για “εθνικιστικά άσματα”;

“Τι θέλετε να τραγουδούν άμα μπουν οι Τούρκοι;” έλεγε. “Περνά περνά η Μέλισσα;”

Και ποιος φιλελεύθερος, δεξιός, κεντροδεξιός, κεντροαριστερός, δεν γελούσε με τις μπηχτές του για τις δικές μας κυβερνήσεις και τα πεπραγμένα τους, όταν αυτά άφηναν ανέγγιχτα τις μακροχρόνιες παθογένειες τις κοινωνίας μας;

Ποιος ψηφοφόρος της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και όλων των κομμάτων, δεν έχει πιάσει τον εαυτό του να χαρακτηρίζει τη Βουλή ισοπεδωτικά “κηφηναριό”, ή να αγανακτεί για νόμους και κανόνες που έχουν καταρτίσει κυβερνήσεις της πολιτικής παράταξης που υποστηρίζει;

Ποιος Νεοέλληνας, δεν έχει πιάσει τον εαυτό του, στο γήπεδο, σε χώρους διασκέδασης, σε πολιτικές συναθροίσεις, σε κοινωνικές δραστηριότητες, να διολισθαίνει σε πράξεις, θέσεις, ή υπεκφυγές και σιωπές, που σε άλλες στιγμές ο ίδιος κοροϊδεύει;

Φυσικά υπήρχαν και προσεγγίσεις του, με τις οποίες διαφωνούσαμε και διαφωνούμε κάθετα και οριζόντια. Όμως, αν δεν υπήρχαν, τι διάολο ιδεολογικός αντίποδας θα ήτανε;

Ζηλεύαμε λίγο, είναι η αλήθεια. Πρέπει να το παραδεχτούμε.

Ζηλεύαμε, γιατί από τον δικό μας χώρο του κέντρου και της κεντροδεξιάς, ήταν πάντα πολύ δύσκολο να αναδειχθεί μια τέτοια προσωπικότητα, που να μπορεί να υπερβεί τον καθωσπρεπισμό του συνόλου, για να μιλήσει τόσο “χύμα”, τόσο για τους άλλους όσο και για τον εαυτό μας, με αφετηρία τις δικές μας αξίες.

Παρήγορο είναι το γεγονός, πως αντικειμενικά, ο Τζιμάκος δεν μπορεί να καταταχθεί στην λεγόμενη Αριστερά Διανόηση.

Ο Τζίμης Πανούσης, ήταν επιτυχημένος και τόσο καθολικά αποδεκτός, ακριβώς επειδή δεν το έπαιζε διανοούμενος.  Έπαιρνε τον κάθε ένα από εμάς και τον ανέβαζε στη σκηνή.

Έπαιρνε όλα αυτά που συζητάμε στα σπίτια μας γελώντας με πηγαίο χιούμορ πίσω από κλειστές πόρτες, και τα έκανε δημόσια παρέμβαση.

Έπαιρνε τον γνήσιο αυτοσαρκασμό του Έλληνα και τον ανέβαζε στο πάλκο με τις πυτζάμες. Δεν του φόραγε κουστούμι πριν τον βγάλει από το σπίτι.

Τα “έχωνε” για τον κομματισμό, για τον νεοελληνικό πολιτισμό του σκυλάδικου, για την τηλεοπτική αδηφαγία των reality και για τα “πρωινάδικα”, για την υποκρισία πολλών φιλελεύθερων και κεντροδεξιών, αλλά και την υποκρισία πολλών αριστερών.

Γι` αυτό – και ζητώ ειλικρινά συγνώμη από φίλους Αριστερούς αν αυτό το θεωρούν ως σφετερισμό ενός κεκτημένου τους – εκτιμώ πως ο Τζιμάκος ήταν η πιο διακομματική συνείδηση του Νεοέλληνα.

Ήταν ο δημόσιος αυτοσαρκασμός μας.

Και θα λείψει σε όλους μας.

rip_tzimakos