Ο βρετανικός στρατός επιδιώκει να στρατολογήσει γυναίκες, γκέι και μουσουλμάνους

Ο βρετανικός στρατός επιδιώκει να στρατολογήσει γυναίκες, γκέι και μουσουλμάνους

Εκστρατεία στρατολόγησης με στόχο υποψήφιους διαφορετικών φύλων, σεξουαλικότητας, θρησκειών και προέλευσης ξεκίνησε ο βρετανικός στρατός προκειμένου να αντιμετωπίσει την έλλειψη στρατιωτών.

Η εκστρατεία στρατολόγησης άρχισε πριν από μερικούς μήνες κι αυτό το Σαββατοκύριακο νέα μηνύματα θα μεταδοθούν από το ραδιόφωνο, την τηλεόραση και το ίντερνετ.

Βίντεο, αποσπάσματα των οποίων έχουν μεταδοθεί, έχουν στόχο να καθησυχάσουν μεταξύ άλλων τις γυναίκες, τους ομοφυλοφίλους, τους μουσουλμάνους ότι θα είναι αποδεκτοί στους κόλπους του στρατεύματος, απαντώντας σε ερωτήσεις όπως:

«Μπορώ να είμαι γκέι στον στρατό;», «θα με ακούν στον στρατό;» ή ακόμη «θα μπορώ να ασκώ τα θρησκευτικά καθήκοντά μου στον στρατό;».

Ο αρχηγός του στρατού, ο στρατηγός Νικ Κάρτερ, εξήγησε πως ο στρατός συνήθιζε να στρατολογεί «λευκούς νέους 16 έως 25 ετών και γύρω μας δεν υπάρχουν πια τόσοι όσοι στο παρελθόν. Η κοινωνία μας αλλάζει», δήλωσε στο μικρόφωνο του BBC, σύμφωνα με το Αθηναϊκό Πρακτορείο.

«Η εκστρατεία αυτή είναι ένας τρόπος να αναγνωρίσουμε ότι δεν διαθέτουμε πλέον αυτή τη στιγμή έναν αρκετά πολυάριθμο στρατό, ότι η δημογραφία της χώρας μας άλλαξε και ότι οφείλουμε να προσεγγίσουμε μια ευρύτερη κοινότητα», πρόσθεσε.

Το 2017 ο στρατός αριθμούσε λίγο περισσότερα από 78.000 μόνιμα μέλη, σημαντικά κάτω από τον κυβερνητικό στόχο για 82.000 μέχρι το 2020.

Πάντως αυτή η εκστρατεία του στρατού δεν έρχεται χωρίς κριτική, καθώς κάποιοι τον κατηγορούν ότι υπέκυψε στην «πολιτική ορθότητα».

Ο συνταξιούχος συνταγματάρχης Ρίτσαρντ Κέμπ ανέφερε ότι η νέα εκστρατεία των 1.6 εκατομμυρίων δεν θα λύσει την «κρίση στρατολόγησης» του Στρατού.

Ωστόσο, ο Νικ Κάρτερ υπεραμύνθηκε της εκστρατείας, λέγοντας ότι είναι «πολύ υπερήφανος που ο στρατός σέβεται αληθινά την εθνική και κοινωνική προέλευση και το φύλο εκάστου» και διαβεβαιώνοντας ότι αυτούς τους εννέα τελευταίους μήνες, τα αιτήματα στρατολόγησης είχαν αυξηθεί κατά 30% έως 35%.