Δέκα χρόνια γεμάτα θάνατο και καταστροφή στη Συρία

Δέκα χρόνια γεμάτα θάνατο και καταστροφή στη Συρία

Έχουν περάσει δέκα χρόνια από την έναρξη του πολέμου στη Συρία, αλλά η κρίση στη χώρα συνεχίζεται. Για τους ανθρώπους που ξεριζώθηκαν. Για τις χώρες που τους υποδέχτηκαν. Για ολόκληρη την περιοχή.

Ο μισός πληθυσμός της χώρας έχει αναγκαστεί να αφήσει τις εστίες του. Περίπου 6,6 εκατομμύρια Σύροι ζουν ως πρόσφυγες σε περισσότερες από 130 χώρες, κυρίως σε χώρες που γειτνιάζουν με τη Συρία. Άλλοι 6,7 εκατομμύρια Σύροι είναι εκτοπισμένοι στο εσωτερικό της χώρας τους.

Οι πρόσφυγες της Συρίας εξακολουθούν να παλεύουν για να εξασφαλίσουν στέγη, εργασία και βιοπορισμό ή για να στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο. Καθόλη τη διάρκεια της κρίσης, οι Σύροι έχουν δείξει απίστευτο κουράγιο και δύναμη.

Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες σε αφιέρωμα της θυμάται τα πρόσωπα και τις ιστορίες των Σύρων προσφύγων που πέρασαν στην Ελλάδα αναζητώντας ασφάλεια στην Ευρώπη.

Είτε συνεχίζουν τη ζωή τους στη χώρα μας, είτε σε κάποια άλλη χώρα, οι άνθρωποι αυτοί, πίσω από τους αριθμούς του εκτοπισμού, μας θυμίζουν πως δεν υπάρχει περιθώριο να χάσουν και την ελπίδα τους. Δέκα χρόνια μετά, το μέτρημα θα πρέπει να σταματήσει εδώ.

Όπως τονίζει ο ύπατος αρμοστής του ΟΗΕ, Φιλίππο Γκράντι, η επέτειος αποτελεί μια σκληρή υπενθύμιση της ευθύνης για τους παγκόσμιους ηγέτες, καθώς αυτή η δεκαετία,  γεμάτη με θάνατο, καταστροφή, εκτοπισμό και αφάνταστο ανθρώπινο πόνο, εκτυλίχθηκε μπροστά στα μάτια τους.

«Σχεδόν καμία πόλη ή χωριό της Συρίας δεν έχει γλυτώσει από τη βία, ενώ τα δεινά και οι στερήσεις που υφίστανται όσοι βρίσκονται μέσα στη Συρία είναι αβάσταχτα» σημειώνει ο ίδιος για να προσθέσει το εξής:

«Η φθίνουσα ανθρωπιστική βοήθεια σε συνδυασμό με την οικονομική ύφεση που έχει προκαλέσει ο κορωνοϊός έχουν οδηγήσει τους Σύρους πρόσφυγες σε πρωτόγνωρες καταστάσεις απελπισίας. Στον Λίβανο, εννιά στους δέκα Σύρους ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας. Η έλλειψη μέσων βιοπορισμού, η αυξανόμενη ανεργία και ο κορωνοϊός έχουν επίσης εξωθήσει εκατομμύρια από τους Ιορδανούς, Λιβανέζους, Τούρκους και Ιρακινούς που τους φιλοξενούν κάτω από το όριο της φτώχειας».