Bloomberg: 5+1 απαντήσεις για τις ελληνικές τράπεζες

Bloomberg: 5+1 απαντήσεις για τις ελληνικές τράπεζες

Τι συμβαίνει με τις τράπεζες και βρίσκονται στο στόχαστρο ρευστοποιήσεων διερευνά σε χθεσινό του δημοσίευμα το Bloomberg, αναζητώντας τις λύσεις που θα μπορούσαν να δώσουν μια βιώσιμη λύση στον κυρίαρχο παράγοντα αβεβαιότητας για την ελληνική οικονομία.

1. Δεν αντιμετωπίστηκε η ελληνική κρίση;

Εν μέρει. Τον Αύγουστο, η χώρα βγήκε από τα μνημόνια μετά την ιστορική συμφωνία που πέτυχε με τους δανειστές της για τη βιωσιμότητα του χρέους της. Οι ελληνικές τράπεζες έχουν ήδη ανακεφαλαιοποιηθεί τρεις φορές από την έναρξη της κρίσης, με το Δημόσιο να συνεισφέρει 50 δισ. ευρώ σε αυτές με στόχο τη διάσωση του τραπεζικού συστήματος. Η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι πλέον οι τράπεζες είναι επαρκώς ανακεφαλαιοποιημένες και ότι έχουν νέα εργαλεία στη διάθεσή τους για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα των κόκκινων δανείων, όπως ο εξωδικαστικός μηχανισμός και οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί.

2. Τότε, πού είναι το πρόβλημα;

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (NPEs) ανέρχονται στο 50% των απαιτήσεων των ελληνικών τραπεζών, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των εποπτικών τους κεφαλαίων είναι μη αναβαλλόμενοι φόροι έναντι του Δημοσίου. Από την αρχή του έτους, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες έχουν χάσει το 1/3 της αξίας τους στο Χρηματιστήριο, με την Τράπεζα Πειραιώς να βρίσκεται αντιμέτωπη με ανάγκη ενίσχυσης των κεφαλαίων της κατά 500 εκατ. ευρώ, μετά από απαίτηση του SSM. Οι επενδυτές φαίνεται να αμφισβητούν κατά πόσο θα επιτευχθούν οι στόχοι μείωσης των κόκκινων δανείων που κατατέθηκαν στον επόπτη για τα έτη 2020-21, χωρίς φρέσκα κεφάλαια.

3. Τι μπορεί να γίνει;

Η ελληνική κυβέρνηση φέρεται να επεξεργάζεται σχέδιο ενίσχυσης της εμπιστοσύνης στον τραπεζικό κλάδο με την παροχή κρατικών εγγυήσεων μέσω ενός Σχήματος Προστασίας Περιουσιακών Στοιχείων ή με Ειδικά Οχήματα Ειδικού Σκοπού. Η χρήση των κεφαλαίων από το μαξιλάρι ρευστότητας, όμως, θα λειτουργήσει αρνητικά για την εμπιστοσύνη που προσπαθεί να ανακτήσει η χώρα έναντι των επενδυτών στη μεταμνημονιακή εποχή. Ταυτόχρονα, μια τέτοια λύση παραβιάζει τους κανονισμούς της ΕΕ που απαγορεύουν τη διάσωση των τραπεζών με δημόσια χρήματα, εάν δεν ζητηθεί πρώτα η συνδρομή του ιδιωτικού τομέα, συμπεριλαμβανομένων των καταθέσεων άνω των 100.000 ευρώ.

4. Πώς φτάσαμε ως εδώ;

Το πτωτικό σπιράλ των ελληνικών τραπεζών ξεκίνησε πριν από μία δεκαετία, όταν η χώρα εισήλθε στην πιο επώδυνη και δραματική ύφεση της σύγχρονης οικονομικής ιστορίας της. Επιχειρήσεις και ιδιώτες σταμάτησαν να εξυπηρετούν τα δάνειά τους, με αποτέλεσμα να συσσωρεύουν οι τράπεζες NPEs άνω των 100 εκατ. ευρώ. Επιπλέον, το πρώτο εξάμηνο διακυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα οδήγησε σε μαζική φυγή των καταθέσεων από τις ελληνικές τράπεζες και, κατ’ επέκταση, σε επιβολή των capital controls που εν μέρει ισχύουν έως σήμερα.

5. Οι τράπεζες δεν έχουν καμία ευθύνη;

Ασφαλώς και έχουν. Οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει η χώρα οδήγησαν σε μια σειρά από αστοχίες σε επίπεδο εταιρικής διακυβέρνησης, όπως η χορήγηση δανείων σε δανειολήπτες που δεν είχαν δυνατότητα αποπληρωμής των υποχρεώσεών τους, μεταξύ των οποίων πολιτικά κόμματα και δημοσιογραφικοί οργανισμοί. Ένας από τους όρους του τρίτου μνημονίου ήταν η ριζική αναδιάρθρωση των τραπεζικών διοικήσεων αλλά το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο οι νέες διοικήσεις μπορούν να διαχειριστούν την κατάσταση ή εάν οι τράπεζες βρίσκονται σε τόσο «βαθύ κόκκινο» που δύσκολα μπορούν να διασωθούν.

6. Και τώρα τι θα γίνει;

Σε αντίστοιχες περιπτώσεις κρατών όπου διακυβευόταν η χρηματοοικονομική σταθερότητα, όπως Κύπρος και Ιταλία, οι ευρωπαϊκοί εποπτικοί φορείς υιοθέτησαν μια πιο φιλελεύθερη προσέγγιση όσον αφορά στους κανονισμούς βοήθειας της ΕΕ επιτρέποντας την παροχή κρατικής στήριξης. Η χρήση των κεφαλαίων από το μαξιλάρι ρευστότητας που δημιουργήθηκε για τη μεταμνημονιακή εποχή, όπως και η χρήση δημόσιου χρήματος για τη διάσωση των τραπεζών, εγείρει ερωτήματα σχετικά με την αξιοπιστία των κανονισμών που διέπουν το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, καθώς και την ποιότητα της χρηματοοικονομικής εποπτείας. Εξάλλου, οι ελληνικές τράπεζες δεν είναι οι πρώτες που αντιμετωπίζουν πρόβλημα παρά την επιτυχή ολοκλήρωση των stress tests.

insider.gr