Ποιός έχασε όταν τα βρήκαν Τραμπ και Πούτιν

Ποιός έχασε όταν τα βρήκαν Τραμπ και Πούτιν

Ήταν  μια ακόμη πολυαναμενόμενη συνάντηση. Όλα τα φώτα της δημοσιότητας ήταν στραμμένα στην πρωτεύουσα της Φινλανδίας, όπως ακριβώς είχε συμβεί με τη Σιγκαπούρη στις 12 Ιουνίου.

Τούτη τη φορά, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, θα συναντούσε των Ρώσο ομόλογο του, Βλάντιμιρ Πούτιν, στην πόλη που οι προκάτοχοι του συναντούσαν τους Σοβιετικούς ηγέτες κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

Ο Βλάντιμιρ Πούτιν έσπευσε, ευθύς εξ αρχής, να διαλύσει κάθε αρνητικό συμβολισμό, δηλώνοντας πως, «ο Ψυχρός Πόλεμος και η εποχή των ιδεολογικών συγκρούσεων τελείωσε». Κι ο Τραμπ, με τη σειρά του, εγκωμίασε τον Πούτιν, όπως συνηθίζει να πράττει με κάθε αυταρχικό ηγέτη που συναντά, για την διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου και μίλησε για νέα αρχή στις σχέσεις των δύο χωρών. Λίγες ημέρες νωρίτερα, στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες, επιδαψίλευσε απειλές και προσβολές στους ηγέτες του δυτικού κόσμου.

Επί της αρχής, οφείλει κανείς να συμφωνήσει με τον Τραμπ πως οι σχέσεις ΗΠΑ- Ρωσίας έχουν ανάγκη επανεκκίνησης μετά το ναδίρ στο οποίο είχαν περιέλθει κατά την διακυβέρνηση Ομπάμα. Είναι  θετικό ότι οι ηγέτες των δύο μεγαλύτερων πυρηνικών δυνάμεων του πλανήτη κάθονται στο τραπέζι του διαλόγου, αντί να ανταλλάσσουν απειλές.

Από τη μία ο, μεγιστάνας του real estate με την ακαταμάχητη αυτοπεποίθηση στις ικανότητες του να κλείνει συμφωνίες, απ την άλλη, ο μεθοδικός και πραγματιστής πρώην πράκτορας της KGB.

Που αρχίζει , όμως, η ουσία και που τελειώνει το reality show που τόσο αρέσει στον Τραμπ;

Για τον Πούτιν, όπως και για τον Κιμ ένα μήνα πριν, η συνάντηση ήταν μια ευκαιρία να σταθεί ως ίσος προς ίσο δίπλα στον Τραμπ. Όπως έγραψε σε ανάλυση του το CNN, η συνάντηση με τον Τραμπ  μαζί με την εθνική ανάταση του Μουντιάλ ήταν ο κατάλληλος αντιπερισπασμός που χρειαζόταν ο Πούτιν απέναντι  στην εξαιρετικά αντιδημοφιλή  μεταρρύθμιση που προωθεί στο συνταξιοδοτικό.  Στο ζήτημα της Κριμαίας και της ρωσικής εισβολής ο Ρώσος πρόεδρος, ως αναμενόταν, υπεραμύνθηκε, των ρωσικών ενεργειών. Και φυσικά, αρνήθηκε διαρρήδην κάθε ανάμειξη στις αμερικανικές εκλογές, μολονότι ομολόγησε την προτίμηση του στον Τραμπ.

Δεν είναι δυνατό να γνωρίζουμε καταλεπτώς τι συζήτησαν, a deux, οι δύο ηγέτες. Πιθανώς τις επόμενες ώρες να διαρρεύσουν περισσότερες πληροφορίες για τα μείζονα ζητήματα του μεταπολεμικού διακανονισμού στη Συρία, του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν και του αγκαθιού στα δυτικά σύνορα της Ρωσία που λέγεται ΝΑΤΟ.

Αυτό που προκαλεί τη μέγιστη εντύπωση είναι ο Αμερικανός πρόεδρος. Τη στιγμή που το σύνολο του πολιτικού συστήματος και των υπηρεσιών ασφαλείας των ΗΠΑ σοβεί κατά  της  Ρωσίας για την εμπλοκή της στις προεδρικές εκλογές του 2016, ο Τραμπ κατηγορεί τη… χώρα του και τους προκατόχους του για την επιδείνωση των διμερών σχέσεων. Πού μέσα στον ορυμαγδό των αποκαλύψεων από τον ειδικό εισαγγελέα που ερευνά την υπόθεση, ο Τραμπ, στην αποθέωση του σολιψισμού, θυμάται την Χίλαρι Κλίντον και τα email της.

Αν ο Τραμπ επιθυμεί ένα διπλωματικό ελιγμό «αλά Νίξον», σίγουρα, τον επιδιώκει με αδέξιο τρόπο. Το 1971-2 ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ρίτσαρντ  Νίξον, μαζί με τον σύμβουλο εθνικής ασφάλειας, Χένρυ Κίσινγκερ, τόλμησαν ένα  πολιτικό άνοιγμα προς την μαοϊκή Κίνα, ώστε να ισχυροποιήσουν τη διαπραγματευτική του θέση απέναντι στην Σοβιετική Ένωση. Σήμερα, στη θέση των Σοβιετικών βρίσκεται η Κίνα.

Με την επιμονή του να δυσφημεί το  σύστημα ασφαλείας αλλά και  τις πολιτικές νόρμες των ΗΠΑ, ο Τραμπ  υπονομεύει μια ιδέα του που κατά τα άλλα θα μπορούσε να έχει ενδιαφέρον. Έτσι, η φιλολογία θα συνεχίζεται. Είναι ο Τραμπ ένας παράφρων Νέρων που πυρπόλησε μόνος του τη Ρώμη ή «ο άνθρωπος της Μαντζουρίας» που εστάλη να αλώσει αναίμακτα το Καπιτώλιο;