Ποιοι κλάδοι είναι πιο επιρρεπείς στο ξέπλυμα μαύρου χρήματος;

Ποιοι κλάδοι είναι πιο επιρρεπείς στο ξέπλυμα μαύρου χρήματος;

Τρωτοί σε ενδεχόμενο ξέπλυμα βρώμικου χρήματος θεωρούνται οι κλάδοι δικηγόρων, συμβολαιογράφων και μεσιτών ακινήτων σύμφωνα με την πρώτη «Έκθεση Εκτίμησης Εθνικού Κινδύνου για τη Νομιμοποίηση Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και τη Χρηματοδότηση της Τρομοκρατίας» («National Risk Assessment»), η οποία δόθηκε στη δημοσιότητα από το υπουργείο Οικονομικών.

Βάσει των ευρημάτων της έκθεσης ο μη χρηματοπιστωτικός τομέας και ειδικότερα ορισμένα από τα επαγγέλματα που εντάσσονται σε αυτόν, συμμετέχουν σε δραστηριότητες που σχετίζονται με υψηλή απειλή για ξέπλυμα χρήματος και ως εκ τούτου, είναι ευάλωτα στον κίνδυνο ξεπλύματος χρήματος.

Όπως αναφέρεται στην έκθεση:

– Οι συμβολαιογράφοι, οι δικηγόροι και οι μεσίτες ακινήτων που μεσολαβούν στις αγοραπωλησίες ακινήτων, δύναται να συμμετέχουν στη φοροδιαφυγή, η οποία αποτελεί βασικό αδίκημα του ξεπλύματος χρήματος και χρησιμοποιούνται συχνά ως διαμεσολαβητές για τη νομιμοποίηση εσόδων, προερχόμενων από διαφθορά και παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, πολλές φορές και εν αγνοία τους. Τα στοιχεία από τους φορολογικούς ελέγχους έδειξαν ότι οι πραγματικές τιμές πώλησης των ακινήτων ήταν συνήθως και για μεγάλο χρονικό διάστημα, ιδιαίτερα πριν από την οικονομική κρίση, κατά πολύ μεγαλύτερες σε σχέση με την αναγραφόμενη στο συμβόλαιο τιμή, που συνέπιπτε με την αντικειμενική αξία του ακινήτου. Κατά συνέπεια οι αγοραστές κατέβαλαν φόρο κατά πολύ μικρότερο του αναλογούντος.

– Όσον αφορά τους δικηγόρους, συμβολαιογράφους και λογιστές – φοροτεχνικούς, η απειλή για ξέπλυμα χρήματος σχετίζεται με τη συμμετοχή τους στη δημιουργία, τη λειτουργία ή τη διαχείριση εταιρειών, δεδομένου ότι ορισμένες φορές επιχειρείται νομιμοποίηση εσόδων από τα βασικά εγκλήματα (π.χ. διακίνηση ναρκωτικών) μέσω νέων ή υφιστάμενων επιχειρήσεων.

– Οι έμποροι αγαθών υψηλής αξίας χρησιμοποιούνται από εγκληματικές ομάδες για να νομιμοποιήσουν τα έσοδα από παράνομη δραστηριότητα, η οποία αφορά κυρίως λαθρεμπόριο ή αδικήματα κατά της ιδιοκτησίας. Το επίπεδο απειλής για τον κλάδο χαρακτηρίζεται ως «Μέσο», τα δε προϊόντα του εγκλήματος, τα οποία προέρχονται κυρίως από εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας νομιμοποιούνται και μέσω των ενεχυροδανειστών. Το επίπεδο απειλής για τον κλάδο χαρακτηρίζεται ως «Μέσο».

Στη μακροσκελή έκθεση σημειώνεται ότι μετά την εφαρμογή των Capital Controls και παρά τις αρνητικές επιπτώσεις των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων για την οικονομία, oι επιχειρήσεις και οι καταναλωτές προσαρμόστηκαν σε μεγάλο βαθμό στην πραγματοποίηση πληρωμών χωρίς μετρητά, με αποτέλεσμα τον μετριασμό του κινδύνου ξεπλύματος χρήματος.

Έως το τέλος του 2017, ο αριθμός τερματικών ΡΟS σε σημεία πώλησης αυξήθηκε σημαντικά κατά 312.459 (87%). Παράλληλα, οι συναλλαγές με κάρτες πληρωμών αυξήθηκαν κατά 245,2 εκατομμύρια (79%) και οι ηλεκτρονικές μεταφορές πιστώσεων κατά 24%.

Η αξία συναλλαγών με κάρτες πληρωμών αυξήθηκε κατά 7,1 δισ. ευρώ (45%), ενώ η αξία των τραπεζικών συναλλαγών μέσω διαδικτύου (internetbanking) και κινητής τηλεφωνίας (mobile banking) αυξήθηκε κατά 29% (11,2 δισ. ευρώ) και 82% (359 εκατομμύρια) αντίστοιχα.

 

ΠΗΓΗ: naftemporiki.gr